άγαμος

[агамос] επ. не состоящий в браке, холостой,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "άγαμος" в других словарях:

  • άγαμος — η, ο не состоявший в браке, неженатый …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • ἄγαμος — unmarried masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άγαμος — η, ο (Α ἄγαμος, ον) [γάμος] ανύπαντρος αρχ. 1. (κυρίως για άντρες) αυτός που δεν έχει γυναίκα, ανύπαντρος ή χήρος (για την ανύπαντρη γυναίκα λέγεται το «ἄνανδρος») 2. φρ. «γάμος ἄγαμος», ολέθριος, μοιραίος γάμος …   Dictionary of Greek

  • άγαμος — η, ο ανύπαντρος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἄγαμον — ἄγαμος unmarried masc/fem acc sg ἄγαμος unmarried neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγάμοιο — ἄγαμος unmarried masc/fem/neut gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγάμοις — ἄγαμος unmarried masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγάμοισι — ἄγαμος unmarried masc/fem/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγάμου — ἄγαμος unmarried masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγάμους — ἄγαμος unmarried masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.